στραβάκουσμα

στραβάκουσμα
το, Ν [στραβακούω]
το να στραβακούει κάποιος, το να ακούει εσφαλμένα ή να παρανοεί αυτά που τού λένε.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”